μαστροπός


μαστροπός
[масторпос] ουσ. сводник.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαστροπός" в других словарях:

  • μαστροπός — pimp masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπός — ο και η (Α μαστροπός) αυτός που προμηθεύει σε άλλους γυναίκες για ανήθικους σκοπούς, που σπρώχνει γυναίκες στην πορνεία, προαγωγός, ρουφιάνος, εκμαυλιστής («ἀλλ οὐ μαστροπὸς ἐγὼ τῆς ἐμαυτοῡ γυναικός», Λουκιαν.) αρχ. 1. μτφ. αυτός που γοητεύει,… …   Dictionary of Greek

  • μαστροπός — ο αυτός που προάγει γυναίκες στην πορνεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαστροποῖς — μαστροπός pimp masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροποί — μαστροπός pimp masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροποῦ — μαστροπός pimp masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπούς — μαστροπός pimp masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπέ — μαστροπός pimp masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπῶν — μαστροπός pimp masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπῷ — μαστροπός pimp masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)